ανθολογώ


ανθολογώ
ανθολογώ, ανθολόγησα βλ. πίν. 73

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανθολογώ — (Α ἀνθολογῶ, έω) νεοελλ. διαλέγω τα καλύτερα κομμάτια, συμπεριλαμβάνω σε ανθολογία, καταρτίζω ανθολογία αρχ. 1. μαζεύω λουλούδια 2. ανθολογούμαι (για τις μέλισσες) συλλέγω το μέλι από τα λουλούδια …   Dictionary of Greek

  • ανθολογώ — ησα, ήθηκα, ημένος 1. μαζεύω λουλούδια. 2. φτιάχνω ανθολογία: Ανθολόγησε τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα των Νεοελλήνων ποιητών. 3. διαλέγω το καλύτερο μέρος από ένα σύνολο: Έχει ανθολογήσει τα πιο διαλεχτά νεοελληνικά διηγήματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -λογώ — (AM λογῶ, έω) β΄ συνθετικό ρημάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, τα οποία αρχικά σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος (πρβλ. αισχρολογώ < αισχρολόγος), ενώ στη συνέχεια το β συνθετικό λογώ λειτούργησε ως παραγωγική κατάληξη, με αποτέλεσμα να… …   Dictionary of Greek

  • εξανθίζω — και εξανθώ, έω (AM ἐξανθίζω) 1. κάνω κάτι ν ανθίσει 2. μέσ. κόβω άνθη, μαζεύω λουλούδια 3. ανθολογώ, διαλέγω, σχηματίζω ανθολογία αρχ. 1. (γεν. και μτφ.) στολίζω με άνθη, χρωματίζω με ανθηρά, ποικίλα χρώματα και γενικά στολίζω, κοσμώ, διακοσμώ,… …   Dictionary of Greek

  • κυπηρολογώ — κυπηρολογῶ, έω (Α) ξεριζώνω τα ζιζάνια κύπερες, τα οποία εμποδίζουν την κανονική ανάπτυξη τών φυτών. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύπηρις + λογῶ (< λόγος < λέγω «συλλέγω, μαζεύω»), πρβλ. ανθολογώ, σταχυο λογώ] …   Dictionary of Greek